06/07/2026
Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης των μικροδεμάτων που εισέρχονται από τρίτες χώρες δεν είναι μια απλή τελωνειακή προσαρμογή. Αποτελεί μια πολιτική μετατόπιση με ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον του ευρωπαϊκού εμπορίου.
Για χρόνια, η ευρωπαϊκή αγορά λειτούργησε με μια εμφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εντός της Ευρώπης καλούνται να συμμορφώνονται με αυστηρούς κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων, την προστασία του περιβάλλοντος, την εργασία και τη φορολογία. Από την άλλη, τεράστιες ποσότητες προϊόντων εισέρχονταν καθημερινά στην ίδια αγορά με πολύ διαφορετικούς όρους ανταγωνισμού.
Αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον.
Η εύκολη πρόσβαση του καταναλωτή σε φθηνότερα προϊόντα είναι ασφαλώς σημαντική. Όμως μια οικονομία δεν μπορεί να οικοδομείται μόνο πάνω στην κατανάλωση. Για να είναι πραγματικά βιώσιμη, πρέπει ταυτόχρονα να παράγει, να επενδύει, να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να διατηρεί ισχυρές επιχειρήσεις.
Η Ευρώπη οφείλει να ξαναβρεί αυτή την ισορροπία.
Διότι πίσω από κάθε ευρωπαϊκή μικρομεσαία επιχείρηση δεν υπάρχει απλώς ένα ΑΦΜ ή μια εμπορική επωνυμία. Υπάρχουν εργαζόμενοι, οικογένειες, προμηθευτές, μεταφορικές εταιρείες, λογιστές, τεχνικά επαγγέλματα και μια ολόκληρη αλυσίδα δραστηριοτήτων που παράγει πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερα στις τοπικές κοινωνίες, το εμπόριο έχει έναν ρόλο πολύ ευρύτερο από την πώληση προϊόντων.
Η τοπική αγορά είναι μέρος της ζωής μιας πόλης.
Ένας εμπορικός δρόμος με δραστηριότητα δημιουργεί κίνηση, ασφάλεια, απασχόληση και κοινωνική συνοχή. Αντίθετα, όταν τα καταστήματα κλείνουν το ένα μετά το άλλο, το πλήγμα δεν περιορίζεται στους επιχειρηματίες. Η ίδια η πόλη χάνει μέρος της ζωντάνιας, της οικονομικής της δύναμης και της κοινωνικής της συνοχής.
Η Καλλιθέα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Μια μεγάλη, πυκνή και ζωντανή πόλη, όπου η τοπική αγορά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Πίσω από κάθε μικρό κατάστημα, εργαστήριο, γραφείο ή οικογενειακή επιχείρηση υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται, επενδύουν και στηρίζουν την οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης. Όταν μια τέτοια επιχείρηση πιέζεται από συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον ιδιοκτήτη της. Επηρεάζει τον εργαζόμενο, τον προμηθευτή, τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, τις υπηρεσίες που συνεργάζονται μαζί της και, τελικά, ολόκληρη την τοπική οικονομία.
Αυτό που συμβαίνει στην Καλλιθέα συμβαίνει, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα, σε κάθε πόλη της Ελλάδας και της Ευρώπης. Η συζήτηση, επομένως, για τους όρους του ανταγωνισμού δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση που γίνεται στις Βρυξέλλες. Έχει άμεσο αντίκτυπο στη βιτρίνα που παραμένει φωτισμένη, στη θέση εργασίας που διατηρείται και στην αγορά που εξακολουθεί να έχει ζωή.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τα μικροδέματα δεν αφορά μόνο το λιανεμπόριο.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον υγιή ανταγωνισμό.
Δεν μπορεί η μία επιχείρηση να επωμίζεται το κόστος της συμμόρφωσης με δεκάδες υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να ανταγωνίζεται προϊόντα που φτάνουν στον Ευρωπαίο καταναλωτή χωρίς αντίστοιχη εποπτεία και με πολύ μικρότερο πραγματικό κόστος συμμόρφωσης.
Αυτό δεν είναι ελεύθερος ανταγωνισμός.
Είναι μια στρέβλωση της αγοράς.
Η αποκατάσταση ίσων όρων δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως προστατευτισμός. Δεν πρόκειται για την οικοδόμηση τειχών γύρω από την Ευρώπη, ούτε για την απομάκρυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών από το διεθνές εμπόριο.
Αντίθετα, πρόκειται για την υπεράσπιση της αρχής ότι όποιος θέλει να δραστηριοποιείται στην ευρωπαϊκή αγορά πρέπει να σέβεται τους κανόνες της.
Τους ίδιους κανόνες.
Το ζήτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία τη στιγμή που η Ευρώπη μιλά για ανταγωνιστικότητα, παραγωγική ανασυγκρότηση και στρατηγική αυτονομία. Δεν είναι δυνατόν να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη καινοτομία και περισσότερες θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα διατηρούνται μηχανισμοί που τις τοποθετούν σε δυσμενέστερη θέση μέσα στην ίδια τους την αγορά.
Η αλλαγή, επομένως, πρέπει να είναι συνολική.
Απαιτείται ουσιαστικότερος έλεγχος των εισαγωγών, πραγματική ευθύνη των ψηφιακών πλατφορμών για τα προϊόντα που διαθέτουν, αποτελεσματικότερη τελωνειακή εποπτεία και εφαρμογή των ίδιων κανόνων ασφάλειας και συμμόρφωσης για όλους.
Το ελληνικό εμπόριο έχει αποδείξει την αντοχή του με τον πιο δύσκολο τρόπο.
Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια μακρά οικονομική κρίση, την πανδημία, την ενεργειακή αναστάτωση, την αύξηση του κόστους λειτουργίας και τη διαρκή πίεση της αγοραστικής δύναμης.
Παρά τις δυσκολίες, χιλιάδες επιχειρήσεις συνέχισαν να λειτουργούν, να απασχολούν εργαζόμενους, να πληρώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και να στηρίζουν τις τοπικές οικονομίες.
Αυτή η αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη.
Και δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Δεν ζητούν να εμποδιστεί ο ανταγωνισμός. Ζητούν να υπάρχει ανταγωνισμός με κανόνες που εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της συζήτησης.
Το ερώτημα για την Ευρώπη δεν είναι μόνο πώς θα εξασφαλίσει στον καταναλωτή μια χαμηλότερη τιμή σήμερα. Είναι πώς θα εξασφαλίσει ότι αύριο θα εξακολουθούν να υπάρχουν επιχειρήσεις, παραγωγή, εμπορική δραστηριότητα και ποιοτικές θέσεις εργασίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Διότι η φθηνή κατανάλωση από μόνη της δεν αποτελεί οικονομική στρατηγική.
Μια ισχυρή οικονομία χρειάζεται ανθρώπους που παράγουν, επιχειρήσεις που επενδύουν και αγορές που λειτουργούν με δικαιοσύνη και διαφάνεια.
Η αλλαγή του πλαισίου για τα μικροδέματα μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας αναγκαίας διόρθωσης.
Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της.
Η πραγματική πρόκληση είναι μεγαλύτερη: να αποφασίσει η Ευρώπη αν θέλει να παραμείνει μια μεγάλη αγορά κατανάλωσης ή αν θέλει να ξαναγίνει μια ισχυρή οικονομική δύναμη που παράγει, εμπορεύεται, καινοτομεί και δημιουργεί ευκαιρίες για τις επόμενες γενιές.
Για εμάς, που εκπροσωπούμε μια πραγματική τοπική αγορά και συνομιλούμε καθημερινά με ανθρώπους του εμπορίου, το ζήτημα είναι ξεκάθαρο:
Η υπεράσπιση της μικρομεσαίας επιχείρησης δεν είναι συντεχνιακό αίτημα. Είναι προϋπόθεση για ζωντανές πόλεις, ισχυρές τοπικές κοινωνίες και μια Ευρώπη που εξακολουθεί να παράγει και όχι μόνο να καταναλώνει.
Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να ξεκινήσει τώρα.