27/11/2025
Η Λεμονιά ήταν φως που δεν έσβηνε ποτέ, ακόμα κι όταν ο κόσμος γύρω της σκοτείνιαζε.
Ήταν όμορφη όπως τα βουνά. Αγέρωχη, σταθερή, αληθινή. Δίκαιη μέχρι το κόκαλο, με πείσμα που δεν λύγιζε και αξίες που τις κουβαλούσε σαν λάβαρο, ψηλά, πάντα ψηλά. Είχε το χάρισμα της να βρίσκει ομορφιά παντού· κι αν κάπου δεν υπήρχε, την έφτιαχνε μόνη της, με τα χέρια της, με το γέλιο της, με την καρδιά της.
Μια μέρα μπήκε στη ζωή μου και όλα αναποδογύρισαν γλυκά. Έδωσε χρώμα, έδωσε νόημα, έδωσε φωνή στα όνειρά μου. Και μετά μας χάρισε τα δύο πιο φωτεινά της κομμάτια, τη Μαρία και την Αφροδίτη. Τους έδωσε φτερά και ρίζες μαζί· τις έμαθε να χαμογελούν πλατιά, να σέβονται βαθιά, να αγαπούν χωρίς όρους και να στέκονται όρθιες, όσο κι αν λυσσομανάει ο αέρας.
Η Λεμονιά δεν ήξερε από φόβο. Χαμογελούσε ακόμα κι όταν πονούσε, σήκωνε το κεφάλι ακόμα κι όταν ο ουρανός έπεφτε πάνω της. Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της· είχε μέσα της έναν στρατό ολόκληρο από δύναμη και τρυφερότητα. Όλη της η ζωή ήταν ένα αδιάκοπο πεδίο μάχης· μικρές και μεγάλες, τις κέρδιζε όλες με το ίδιο πείσμα, με την ίδια λάμψη στα μάτια.
Κι όταν ήρθε η πιο σκληρή, η πιο άδικη μάχη, αυτή για την ίδια της την ανάσα, δεν έκατσε ούτε λεπτό να λυγίσει. Πολέμησε όρθια, περήφανη, μέχρι την τελευταία στιγμή, σαν να ’λεγε στον θάνατο: «Δεν θα με πάρεις νικημένη· θα φύγω όπως έζησα: ολόφωτη».
Κι έφυγε.
Αλλά το φως της δεν έφυγε.
Μένει μέσα μας, στη Μαρία, στην Αφροδίτη, σε μένα, σε όποιον την γνώρισε.
Μένει στα γέλια των κοριτσιών μας, στις ομορφιές που θα συνεχίσουμε να φτιάχνουμε εκεί που δεν υπάρχουν.
Λεμονιά ήσουν ο πιο όμορφος άνθρωπος που περπάτησε δίπλα μου.
Σ’ ευχαριστώ που υπήρξες.
Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις ακόμα.
Με όλη μου την αγάπη, για πάντα.